Αρχική arrow Νομολογία arrow ΑΠ 1067/2010: Ο Ν. 1387/83 ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΑΠ 1067/2010: Ο Ν. 1387/83 ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΠ 1067/2010:  Ο Ν. 1387/83 ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗ – ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Όπως κρίθηκε δεσμευτικά για το Δικαστήριο τούτο, µε την 37/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι ομαδικές απολύσεις των αναιρεσιβλήτων, που έλαβαν χώρα συνεπεία της οριστικής διακοπής της αυτοτελούς εκμετάλλευσης της εργοδότριάς τους - αναιρεσείουσας, µε τη βούληση της τελευταίας και χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση, έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. γ' του Ν. 1387/83 και του άρθρου 1 παρ. 2 στοιχ. δ' της 75/129 Οδηγίας ΕΟΚ, διότι η αναιρεσείουσα δεν τήρησε τη διαδικασία ενημερώσεως και διαβουλεύσεως µε τους εργαζομένους της, όπως είχε υποχρέωση, αφού η διακοπή των δραστηριοτήτων της εκμετάλλευσής της αποφασίσθηκε οικειοθελώς απ' αυτήν και έγινε χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση. Επομένως οι απολύσεις αυτές ήσαν άκυρες κατ' άρθρο 6 παρ. 1 Ν.1387/83 και η αναιρεσείουσα, µη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες των, κατέστη υπερήμερη και οφείλει να τους καταβάλει αποδοχές υπερημερίας κατ' άρθ. 656 ΑΚ. Ο ισχυρισμός της ότι για τους αναφερόμενους στις προτάσεις της, ενώπιον του Εφετείου, λόγους δεν εφαρμόζονται στην περίπτωσή της οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. δ' της 75/129 Οδηγίας και του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ. γ' του Ν. 1387/83, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η 37/2007 αναιρετική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο, ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε (άρθ. 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), ήτοι ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε στις άνω διατάξεις, στην παραβίαση των οποίων θεμελιώθηκε η αναίρεση. Εξάλλου, σκοπός της 75/129 Οδηγίας είναι η ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης ισόρροπης οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως εντός της Κοινότητας. Με την Οδηγία δεν θίγεται η ελευθερία του εργοδότη να προβεί ή να µην προβεί σε ομαδικές απολύσεις, αλλά μοναδικός στόχος της είναι οι απολύσεις αυτές να πραγματοποιούνται κατόπιν διαβουλεύσεων µε τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ενημερώσεως της αρμόδιας αρχής. Θεσπίζονται δηλαδή οι ελάχιστες κοινές προϋποθέσεις για την ακολουθητέα διαδικασία, που αφορά την προστασία των εργαζομένων από ομαδικές απολύσεις, ενώ παράλληλα διατηρείται η ευχέρεια των κρατών - µελών να εφαρμόζουν περισσότερο ευνοϊκές για τους εργαζομένους διατάξεις. Εξάλλου, όταν κοινοτική οδηγία δεν προβλέπει ειδική κύρωση σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεών της ή παραπέμπει για το ζήτημα αυτό στις εθνικές, νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 5 της Συνθήκης της ΕΟΚ επιβάλλει στα κράτη - µέλη να λαμβάνουν όλα τα πρόσφορα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η εφαρμογή και η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου Προς τούτο, μολονότι διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων, τα κράτη µέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να προβλέπονται κυρώσεις για τις παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις ανάλογες προς τις ισχύουσες για παραβιάσεις παρόμοιας φύσεως και σημασίας του εθνικού δικαίου και σε κάθε περίπτωση προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. σκέψη 40 της από 8-6-1994 απόφασης ΔΕΚ, υπόθεση 383/1992 - Επιτροπή κατά Ην. Βασιλείου Μ. Βρετανίας και Β. Ιρλανδίας). Ο ν. 1387/83 που μετέφερε την Οδηγία 75/129 στην ελληνική έννομη τάξη, προς το σκοπό ενίσχυσης της προστασίας των εργαζομένων, προέβλεψε, μεταξύ άλλων ότι , «οι ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες» (άρθ. 6 παρ. 1). Η κύρωση αυτή που έχει θεσπιστεί στα πλαίσια της ευχέρειας των κρατών - µελών να εφαρμόζουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους διατάξεις, είναι ανάλογη προς τις ισχύουσες στο ελληνικό δίκαιο κυρώσεις, για παρόμοιες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας και μάλιστα ήσσονος σημασίας, όπως είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας χωρίς έγγραφο ή χωρίς αποζημίωση. Σε κάθε δε περίπτωση η προβλεπόμενη κύρωση (ακυρότητα καταγγελίας και ακόλουθα υπερημερία εργοδότη), αποτελεί το πλέον κατάλληλο και αποτελεσματικό μέτρο για να αποτραπεί ο εργοδότης από τη µη τήρηση της διαδικασίας των ομαδικών απολύσεων, είναι απολύτως αναγκαίο για την προστασία των εργαζομένων και την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας και συνιστά θεμιτό και συνήθη στο δίκαιο της καταγγελίας περιορισμό της κατοχυρωμένης από το κοινοτικό δίκαιο επιχειρηματικής (οικονομικής) ελευθερίας, χάριν προστασίας του επίσης διασφαλισμένου από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματος εργασίας. Ο πυρήνας όμως της επιχειρηματικής ελευθερίας του εργοδότη δεν θίγεται, αφού, η επί ποινή ακυρότητας των ομαδικών απολύσεων, υποχρέωσή του, να τηρήσει και τη διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης, δεν σημαίνει απαγόρευση των ομαδικών απολύσεων, ούτε εμποδίζει τη λήψη απόφασης για διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή για μεταφορά της σε άλλη χώρα. Άλλα τυχόν «ηπιότερα» μέτρα (εύλογη αποζημίωση, διοικητικό πρόστιμο κ.λπ.), θα αφαιρούσαν σε μεγάλο βαθμό από την κύρωση, την πρακτική της αποτελεσματικότητα και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της (βλ. και σκέψη 42 της από 8-6-1994 απόφασης ΔΕΚ οπ). Σύμφωνα µε τα ανωτέρω είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 1. ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος στην αίτηση και τους πρόσθετους λόγους, λόγοι αναιρέσεως ότι η κύρωση του άρθρου 6 του Ν. 1387/83, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντ., τις κοινοτικές αρχές της αναλογικότητας, της οικονομικής ελευθερίας, της ελεύθερης εγκατάστασης και της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων εντός της ΕΕ και δεν τίθεται θέμα υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ. Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ότι τις ίδιες αρχές παραβιάζει και η προβλεπόμενη στον άνω νόμο εξάρτηση του κύρους των ομαδικών απολύσεων από την προηγούμενη έγκριση διοικητικής αρχής, προβάλλεται αλυσιτελώς, εφόσον και χωρίς την κύρωση αυτή, η ακυρότητα των ένδικων ομαδικών απολύσεων είναι δεδομένη και θεμελιώνεται, επαρκώς, στη µη τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης.

 

 

 

 

 
WebDiodos